28 Μαρτίου 2016 | Τελευταία Νέα | 1441 προβολές

Δελτίο  Τύπου

Τη Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016,  στην αίθουσα «Ξενία» της Μητρόπολης πραγματοποιήθηκε ιερατική σύναξη. Ο π. Βασίλειος Καλλιακμάνης ,καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., παρουσίασε εισήγηση με θέμα:  «Ο ιερεύς μπροστά στο Μυστήριο της κένωσης του Υιού και Λόγου του Θεού».

Στη συνέχεια ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ.Βαρνάβας επεκτείνοντας τις σκέψεις του ομιλητή τόνισε το πνεύμα της θυσίας, της ανιδιοτέλειας και της χριστοκεντρικότητας, το οποίο είναι  απαραίτητο να κοσμεί την ιερατική διακονία για να είναι αυτή ευάρεστη στο Θεό .

Παρατίθεται παρακάτω περίληψη της εισήγησης

Εκ του Γραφείου Τύπου

Ο ΙΕΡΕΥΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Περίληψη

Πρωτ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης

Τό κε­ντρικό ἐρώ­τη­μα πού ἀπασχολεῖ πολλούς κληρικούς σήμερα εἶναι: Τε­λικά ὡς Ἐκκλησία θάπεριορι­σθοῦμε στό ρόλο μιᾶςἐθελοντικῆς μη Κυ­βερ­νητικῆςὈργάνωσηςπροσφορᾶςκοινω­νι­κοῦἔρ­γου, πού μᾶς προ­σδί­δει κῦρος και μᾶς δικαιώνει στά μάτια τῶν δη­μο­σιογράφων και τοῦ κό­σμου ἤ θά κρατήσουμε τή θέση μας στίς προ­διαγραφές και την ὁδό τῆς ἀ­πο­­στο­λι­κῆς και τῆς πατερικῆς μας παρά­δο­σης. Θά γίνουμε κυρίως πα­ράρτημα τῶν κοινω­νικῶν ὑπη­ρε­σιῶν τοῦ κρά­τους καί δευτερευόντως Ἐκ­κλη­σία προ­­σευ­χο­μένη ἤ το ἀντί­στρο­φο;

Ἡ ταπεινή μου γνώμη εἶναι, ὅτι ἐάν δεν ὑπη­ρε­τοῦμε μέ συνέπεια τό Θεό, δέν πρόκειται νά διακονήσουμε ἐ­πιτυχῶς τούς συνανθρώπους μας. Ὁ φι­λό­θεος εἶναι ταυτόχρονα καί φι­λάν­θρωπος. Ἐξάλλου αὐτό εἶναι τό κεντρικό μήνυμα του Εὐαγγελίου. «Ἀ­γα­πήσεις Κύριον τον Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου και ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου και ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, και τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Γι’ αὐτό καί σήμερα θα ἤθελα μελε­τώ­ντας σπαρά­γμα­τα μόνο ἀπό τό βιβλικό, ὑμνολογικό και εὐχολογικό πλοῦτο τῆς Ἐκ­κλησίας μας να ἑστιά­σω αὐτοκριτικά στην αὐτοσυνειδησία μας ὡς ἱε­ρέων τῆς Ἐκ­κλη­σίας και ταπεινῶν διακόνων τοῦ Σωτῆρος Χρι­στοῦ.

Ἀναρωτιέμαι συχνά ὡς κληρικός: Ποιός εἶμαι; Πῶς στέκομαι ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου τῆς θείας κένωσης; Ποιά ἡ ταυτότητά μου; Πῶς λειτουργῶ καί κηρύττω; Πῶς εὔχομαι ἐξ ὀνό­ματος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ; Ποιός φό­βος καί ποιό δέος μέ δια­κατέχει; Ἐάν βέ­βαια μέ διακατέχει. Πῶς προ­σέρ­χο­μαι ἐ­νώ­πιον τοῦ θυ­σια­στη­­ρίου; Με αὐ­τα­ρέ­σκεια ἤ με αὐτομεμψία; Μέ θρα­σύτητα ἤ μέ συν­τρι­βή; Να­ρκι­σσεύο­με­­νος ἤ ἐν ταπεινώσει; Στε­νό­καρδος ἤ εὐρύχωρος; Μι­κρό­ψυχος ἤ ἀρχο­ντι­κός; Ὀργί­λος ἤ νηφάλιος; Με ἀνάκληση τοῦ ἀσώτου νοός μου και αὐ­το­συ­γκέ­­ντρωση ἤ μέ διάχυση, ἐξωστρέφεια και ἀργο­λο­γία;

Σέ κάθε περίπτωση αὐτό πού μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία εἶναι νά βρι­σκό­μαστε στην ὁδό τοῦ Κυ­ρί­ου και τήν συνεχή ἐποπτεία τοῦ Παρακλήτου. Στην ὁ­δό τοῦ Σταυροῦ και τῆς Πεντη­κο­στῆς. Στα Ἀρεοπαγιτικά Συγγράμ­μα­τα (6οςαἰ.) βλέπουμε ὅτι ἡ «σταυροειδής σφραγίδα» τοῦ ἐπισκόπου στήν κε­φα­λή τοῦ νεοχει­ροτο­νού­μενου πρεσβυτέρου σημαίνει «την ἁπασῶν ὁμοῦ τῶν σαρκικῶν ὀ­ρέ­ξε­ων ἀνενεργεσίαν και θεομίμητον ζωήν, ἀφο­ρῶ­σαν ἀκ­λι­νῶς εἰς την ἀν­δρι­κήν Ἰησοῦ θειοτάτην ζωήν, ἄχρι σταυροῦ καί θα­νάτου…». Δηλαδή νά βρισκόμαστε στην ἑκούσια ὁδό τῆς κένωσης τοῦ Χριστοῦ.

……………………………………………………………………………………..

Ἡ δι­δα­­σκα­λία τῆς Ἐκκλησίας για τήν κένωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι σαφής καί συνοδικά ἐκπεφρα­σμένη. Σχε­τι­κά ὅ­μως με τις σω­τη­ριο­λογικές και ἀνθρωπολογικές συνέπειες καθώς και την ἐν­σω­μά­τωσή της στις εὐ­χές τῆς Ἐκκλησίας χρειάζεται πε­ραιτέρω διε­ρεύ­νηση. Ἔχει ἰδιαί­τερη ση­μα­σία για ὅλους τούς χριστιανούς, ἀλλά εἰ­δι­κό­τερα γιά τούς κλη­ρικούς νά συ­νει­δη­τοποιήσουν ὅτι, ὁ κε­ντρι­κός πυ­ρή­νας ὁ­ρι­­σμένων εὐχῶν τῆς Ἐκκλη­σί­ας ἀπηχεῖ τή διδασκαλία αὐ­τή, με­ταφέ­ρο­ντάς την ἀπό το χριστολογικό στο ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο. Ἡ μεταφορά αὐτή νοεῖται ὡς ἑκούσια ταπείνωση κυρίως τοῦ κληρικοῦ, προ­κει­μέ­νου νά γίνει δεκτικός τῆς χάριτος. Ἐπίσης, ἡ συ­νειδητο­ποί­ηση τοῦ περιε­χο­μένου τῶν εὐχῶν καί ἡ ἐμβάθυνση στό νόημά τους συμβάλλει στήν «ἐνπνεύ­­μα­τι και ἀ­λη­θεία» λατρεία τοῦ Θεοῦ.

.……………………………………………………………………………………

Ἡ κένωση εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη με τή θεία δόξα καί ἡ ἔκφραση «μορφήν δούλου» δηλώνει τή σχέση τοῦ Χριστοῦ με τον ἄν­θρω­πο. Ὑπάρχει κι ἕνα τρίτο σημαντικό σημεῖο. Ὁ ἐ­ναν­­θρω­πήσας Υἱός καί Λόγος κατά τήν κένωσή του εἶναι ἀπό­λυ­τα ἐλεύ­θε­ρος. Οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν γιά «ἑκούσιον κέ­νω­σιν» ἤ «κένωσιν ἐθε­λού­σιον» και στις Ἀ­κο­λου­θίες τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος γί­­νε­ται λόγος γιά «ἑ­κού­σιον πάθος». Ἡ ἑκούσια και ὄχι ἀνα­γκα­στική ὁδός προς τό σταυρό φα­νε­ρώνει την ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ προς τό πλάσμα του, τον ἄνθρωπο.

……………………………………………………………………………………..

Στην εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου, «Οὐδείς ἄξιος … λειτουργεῖν σοι, Βα­­σιλεῦ τῆς δόξης…», εἰσάγεται ἡ λυτρωτική φράση, «Ἀλλ’ ὅμως διά την ἄ­­­­­φατόν σου φιλανθρωπίαν…». Στή συνέχεια, ὁ λει­τουρ­γός ἀ­πο­καλεῖ τον ἑ­­­αυτό του ἀχρεῖο, ἀνάξιο και ἁμαρτωλό. Ἐδῶ ἔχουμε τήν κατά­βαση και τήν κάθοδο διά τῆς ταπείνωσης. Πρόκειται για την ἀνθρώπινη κένωση ἀ­πό τον ἐγωισμό και τή φιλαυτία, ἐνῶ ταυ­τόχρονα ὁ ἱερέας προ­σπί­πτει στην ἀ­μέτρητη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἐπι­κα­λεῖ­ται τίς συνέπειες τῆς ἐ­ναν­­­θρώ­πησης και ἐκζητεῖ τή φι­λαν­θρωπία και το ἔλεος για νά «ἱκανω­θεῖ» ἀ­πό το Ἅγιο Πνεῦμα νά προσφέρει την ἀναίμακτη θυσία. Ἐδῶ ἀπαντᾶ ἡ ἄ­νοδος διά τῆς χάριτος. Σκύβει ἱκετευτικά τήν κεφαλή καί παρακα­λώ­ντας τόν Θεό να μην τοῦ ἀποστρέψει τό πρόσωπο, και να μην τόν ξε­χω­ρί­σει ἀπό τά παιδιά του. «Κανένας ἱερέας ποτέ δεν πλησιάζει την ἁγία Τρά­πε­ζα, για να κάμη τή θεία Λειτουργία, πιστεύοντας στην ἁ­γιό­τητά του. Ἄν γε­­λαστῆ και το πιστέψη πώς εἶναιἅγιος, δέν πρέπει να λει­τουρ­γῆ», γρά­φει ὁ μα­κα­ριστός Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος. Καί συ­μπλη­ρώνει: Ὁ ἱερέας στή Λειτουργία κρίνεται κι ὁ λαός σώζεται!

………………………………………………………………………………………

Ὁ Ἀρχιμ. Σωφρόνιος ὑπονοώντας την ὁδό τῆς κενωτικῆς κατά­βα­σης γράφει: «Ὅσον πλεῖον ταπει­νού­με­θα ἐν τῆ ὀ­δυ­νη­ρᾶ μετανοία, το­σοῦ­τον τα­χύ­τε­ρον ἡ προσευχή ἡμῶν φθά­νει εἰς τον Θεόν. Ἐάν ὅμως ἀπο­λέ­σω­μεν την τα­πείνωσιν, τότε οὐδεμία ἄ­σκη­σις δύ­να­ται να βοηθήση ἡμᾶς. Ἡ ἐ­νέρ­γεια ἐν ὑμῖν τῆς ὑπερηφανείας, τῆς κατα­κρί­σεως  τῶν ἀ­δελ­φῶν, ἡ ὑ­πε­ροψία και ἀντιπάθεια προς  τόν πλη­σίον ἀπομα­κρύ­νουν ἡ­μᾶς ἀπό  τοῦ Κυ­ρίου».

Καί ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀ­θω­νί­της περιγράφει ὡς ἑξῆς την ὁδό τῆς ἀ­νόδου και τῆς δόξης διά τῆς χάριτος: «Ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι σέ ποιά δόξα λει­τουρ­γεῖ ὁ ἱερεύς, θα ἔ­πεφταν καταγῆς ἀπό το ὅραμα αὐτό. Και ἄν ὁ ἴδιος ὁ ἱε­ρέαςἔβλεπε τον ἑ­αυτό του, σέ ποιά οὐράνια δόξα βρί­σκεται κα­τά τήν τέλεση τοῦ λει­τουρ­γή­­ματός του, τότε θά γινόταν μεγάλος ἀσκη­της και θα ἀ­γω­νι­ζόταν να μή θλί­ψη μέ τίποτε τή χάρη τοῦἉγίου Πνεύ­μα­τος πού ζεῖ μέσα του».