26 Νοεμβρίου 2017 | Τελευταία Νέα | 573 προβολές

Δελτίο Τύπου

Ένας διαφορετικός διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε στις Συντροφιές των κατηχητικών των κοριτσιών του Ι.Ν. Αγίου Παντελεήμονος Πολίχνης. Τα κατηχητόπουλα κλήθηκαν να πάρουν μέρος σε διαγωνισμό δημιουργικής γραφής με θέμα: «διάλεξε το ρόλο σου στο έπος του ΄40».

Όλες οι συμμετοχές ήταν αξιόλογες. Τα παραγόμενα κείμενα εντυπωσίασαν την κριτική επιτροπή του διαγωνισμού με την ωριμότητα των σκέψεων, την πρωτοτυπία, την έμπνευση και τον καλοδιατυπωμένο λόγο. Νικήτριες αναδείχθηκαν οι: Γέρμανλη Κατερίνα. Γέρμανλη Μαρία, και Σαμουργιαννίδου Σοφία. Η βράβευση πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017. Δημοσιεύονται τα βραβευμένα κείμενα.

Εκ του Γραφείου Τύπου

Διαγωνισμός Δημιουργικής Γραφής

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Θέμα: Επιλέγω τον ρόλο μου στο Έπος του ‘40

 

 1. Γέρμανλη Κατερίνα (Α’ Λυκείου)

 

Με έφτιαξαν χέρια ανθρώπινα. Που δώσαν την ψυχή τους σε μια ιδέα. Χέρια που πίστεψαν σε αυτό που λέμε πατρίδα. Και το αίμα τους έλιωσε το χιόνι και τον πάγο. Και το έκανε νερό, αφρό της θάλασσας λευκό και μπλε του ουρανού μπροστά στον αέρα που ούρλιαζαν οι φαντάροι με τα γεμάτα χιονίστρες χέρια που κρατούσαν όπλα.

Με ύφαναν χέρια μητέρας που έχασε το μοναχοπαίδι της στη μάχη. Και το έμαθε με ένα ξερό τηλεγράφημα «έπεσε μαχόμενος». Μιας απογόνου της Σπαρτιάτισσας μάνας που αποχαιρέτα το παιδί της με ένα «ή ταν ή επί τας». Με τις θυσίες της Αθηναίας αρχοντοπούλας που έδωσε τα κοσμήματά της για βόλια. Που τα μαύρα δεν της πάνε. Στις γυναίκες που διάβαιναν τα βουνά με τα χοντροπάπουτσα.

Είμαι η σημαία που τα νύχια των λεόντων και των κενταύρων δεν ξέσκισαν. Το σύμβολο της ελευθερίας. Που το γαλάζιο και λευκό θαρρείς είναι το χιόνι που οι φαντάροι πατούσαν και το γαλάζιο ο ουρανός που δεν έβλεπαν λόγω του καπνού και της συννεφιάς.

Είμαι η Ελλάδα!!!

 

2. Σαμουργιαννίδου Σοφία (Γ’ Γυμνασίου)

Αργυρόκαστρο, 19/12/1940

Αγαπητή μου μητέρα,

Νιώθω την ανάγκη να σου γράψω μια ακόμη επιστολή για όλα αυτά που ζω και βλέπω καθημερινά  εδώ, στη σκηνή που μεταφέρονται όλοι οι τραυματίες, που είχαν την τύχη να επιζήσουν από το πεδίο της μάχης. Ίσως ,βέβαια, να θεωρούν και τον εαυτό τους άτυχο που δεν έπεσαν με τους υπόλοιπους και τώρα είναι αναγκασμένοι να κουβαλήσουν μέχρι το τέλος της ζωής τους εικόνες σκληρότητας, βιαιότητας και απανθρωπιάς, οι οποίες μαστίζουν κάθε πόλεμο.

   Στη σκηνή περιφέρομαι ολοένα και περισσότερο σαν τρελή, καθώς οι τραυματίες αυξάνονται μέρα με τη μέρα. Ως ιατρός που είμαι οφείλω να κάνω σωστά τη δουλειά μου, παρότι τις περισσότερες φορές, τα φορτία με τις προμήθειες φαρμάκων καθυστερούν να φτάσουν.  Βαριά ή ελαφρά τραυματισμένοι στρατιώτες με εγκαύματα σε διάφορα σημεία του σώματός τους και ακρωτηριασμένοι ζητούν τη βοήθεια μου, ώστε να απαλύνω τον πόνο τους. Η αλήθεια είναι όμως, πως υπάρχουν στιγμές που θέλω να φωνάξω, να ξεσπάσω, να αποστρέψω το βλέμμα μου από τις απαίσιες εικόνες που δημιουργεί η φρίκη του πολέμου, και άλλες που φέρνουν στη μνήμη μου τον λόγο για τον οποίο επέλεξα αυτό το επάγγελμα, που ήρθα εδώ για να προσφέρω κι εγώ κάτι στον πόλεμο. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων είναι ξεχωριστές, γιατί και οι ίδιοι είναι ξεχωριστοί. Σπάνια αφηγούνται σκηνές από τη μάχη, μόνο αν έχουν πετύχει κάποια φοβερή νίκη, διαφορετικά δε θέλουν να θυμούνται πόσους συντρόφους έχουν χάσει. Κυρίως, μου μιλούν για τις αγαπημένες τους συζύγους, την οικογένειά τους και τους φίλους τους.

  Εγώ είμαι καλά, αν και καταβάλω τεράστια προσπάθεια για να διατηρώ την ψυχραιμία μου από τις συνεχείς βόμβες που πέφτουν αρκετά κοντά στη σκηνή. Πες του πατέρα να μην ανησυχεί για μένα. Ίσα ίσα που θέλω να είστε περήφανοι, ακόμα κι αν αυτός ο πόλεμος γίνει η αιτία να χάσω τη ζωή μου. Ο Θεός με προστατεύει από εκεί ψηλά και θα το δείτε, θα γυρίσω σύντομα κοντά σας. Χαιρετισμούς σε όλους.

Θα σας αγαπώ για πάντα,

     η κόρη σου Σοφία

 

3. Γέρμανλη Μαρία (Β’ Γυμνασίου)

 

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 1940

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα ήταν η πρώτη μέρα που ανέβηκα στο βουνά. Μαζί με την μαμά και την γιαγιά, μεταφέραμε ζεστά ρούχα, εφόδια και όπλα για τον μπαμπά και τους άλλους στρατιώτες. Δεν πήγα μέχρι ψηλά στα βουνά που πολεμούσαν, αλλά σταματήσαμε με την γιαγιά και κάτι άλλα κορίτσια σε ένα πρόχειρο καταφύγιο, περίπου στην μέση του βουνού. Η μαμά όμως συνέχισε. Στο καταφύγιο βρίσκονταν οι πληγωμένοι στρατιώτες. Εκεί, κάποιες μεγαλύτερες γυναίκες μαζί με τις νοσοκόμες φρόντιζαν τους τραυματίες. Αφού τακτοποιήσαμε ο,τι είχαμε φέρει, βοήθησα στο μαγείρεμα. Αργά το απόγευμα γύρισε η μαμά κουβαλώντας στρατιώτες στα γαϊδούρια. Μάθαμε ότι ο μπαμπάς ήταν καλά και ότι οι εχθροί εξαντλούνταν σιγά-σιγά. Όπως και να ’χει τελικά γυρίσαμε. Πριν από λίγο τελείωσα ένα ακόμα ζευγάρι πλεκτές κάλτσες. Η μαμά μου τώρα φτιάχνει τους σάκους με τα πολεμοφόδια. Αύριο θα ξαναπάμε στα βουνά και θα ξεκινήσουμε νωρίς το πρωί. Καλό θα ήταν να κοιμηθώ τώρα. Θα σου ξαναγράψω αύριο, με νέα από το μέτωπο. Αυτά για τώρα.

Καληνύχτα,

Μαρία, ετών 13 Κορυτσά